jump to navigation

Solo στο Εδιμβούργο August 8, 2006

Posted by atron in Uncategorized.
18 comments

ed.JPG

Πολλά για σόλο διακοπές ακούω τώρα τελευταία και αναπόλησα ένα από τα πιο όμορφα τριήμερα που έχω περάσει. Για χρόνια ήμουν μόνιμος κάτοικος του βροχερού νησιού. Σε κάποια φάση θεώρησα ότι έφτασε το πλήρωμα του χρόνου να εγκαταλείψω τη Βρετανία και να επιστρέψω στα πάτρια εδάφη. Η απόφαση πάρθηκε και άρχισα να κάνω τις απαραίτητες δουλειές για να μπορέσω να φύγω, πάρτια, κλάμπια, ξαναπάρτια, ξενύχτια και το γενικό κυνηγητό με τους ανώνυμους αλκοολικούς που επιμένανε να μας εντάξουν όλους στην ομάδα τους (βρε δε θέλουμε καλά είμαστε κλπ).

Σε μία νηφάλια στιγμή θυμήθηκα μία δήλωση που είχα κάνει όταν είχα πατήσει στο νησί. “Εγώ από τη χώρα δεν φεύγω αν δεν πάω στο Εδιμβούργο!”. Για πρώτη φορά συνειδητοποίησα πόσο την εννοούσα αυτή τη φράση. Περίεργα καμπανάκια αντηχήσανε μέσα μου.. Πότε στο διάολο περάσανε τόσα χρόνια? Φεύγω? Σίγουρα δεν έχω πάει? Καλά τι σκατά έκανα τόσα χρόνια?

Η γνωστή αναβλητικότητα είχε χτυπήσει πάλι.. Δεν βαριέσαι τη μία, εξεταστική την άλλη, δουλειές την παράλλη, θα πάμε άλλη φορά για να μπορέσει να έρθει ο/η Χ κλπ κλπ. Με κάτι τέτοιες μαλακίες δεν είχα πάει στο Εδιμβούργο! Μέσα σε αυτή τη δίνη σκέψεων ανακοινώνω στους τριγύρω:
-Αύριο πάω Εδιμβούργο.
-Ε?
-Είχα πει πως δεν φεύγω από τη χώρα αν δεν πάω στο Εδιμβούργο.
-Μόνος?
-Όποιος γουστάρει έρχεται.
-Να το δούμε.. έχουμε και το πάρτι το Σάββατο.
-Το Σάββατο θα είμαι πίσω.

Ξεκίνησα την άλλη μέρα το μεσημέρι. Ένας σάκος, ένα βιβλίο και το minidisc. Οι τρεις μας. Περίεργο συναίσθημα.. “Πού πας ρε μαλάκα σαν το μπούφο?” σκεφτόμουνα από τη μία Destiny Calling από τον μικρόδισκο. Δεν υπήρχε περίπτωση να το ακυρώσω. Άσε που άρχιζα να γουστάρω τρελά τη φάση.

Ευχάριστη η διαδρομή του τρένου. Και εκεί που διάβαζα το βιβλίο μου, να και αναφορά στο Εδιμβούργο. Έψαχνε λέει ο τύπος που το έγραψε για ένα πολύ σπάνιο βιβλίο και τελικά του το βρήκε ένας τυπάκος που είχε ένα βιβλιοπωλείο στο Εδιμβούργο, το Bookworm. Τελείωσε λέω, σημάδι είναι! Είναι σωστή η κίνησή μου.

Φτάνω εκεί βραδάκι. Κάτσε να δούμε πώς θα βρω το ξενοδοχείο που είχα κλείσει την προηγούμενη από το ιντερνέτι. Ήταν στο κέντρο, σχετικά κοντά στον σταθμό. Εξοπλισμένος με χάρτες, πυξίδες, αστρολάβους, σονάρ, ραντάρ, ηλίθιο τουριστοβλέμμα και αίσθηση προσανατολισμού ξεκινάω για το ξενοδοχείο. Στα μισά της διαδρομής η κλασσική βροχή. Τελικά δεν είναι η κλασσική βρετανοψιχάλα. Είναι βροχή, κολοβροχή δυνατή και το ξενοδοχείο δεν υπάρχει. Μα το είχα υπολογίσει.. Άντε άνοιγε χάρτες σαν τον ηλίθιο μέσα στη νύχτα και τη βροχή. Χάρτες, βροχή και ένας ηλίθιος να περπατάει γύρω γύρω το τετράγωνο. Τελικά ο ηλίθιος καταφέρνει να βρει το ξενοδοχείο του, μούσκεμα μεν, ευτυχής δε. Το ίδιο βράδυ εξερεύνηση στην πόλη. Μάζευα φυλλάδια, κοιτούσα τους δρόμους, περπατούσα πάνω τους, σχεδίαζα το επόμενο πρωί.

Το πρωινά ήξερα που πήγαινα. Στο κάστρο, στο μουσείο του ουίσκυ, στις κατακόμβες στην καρδιά στον πεζόδρομο που φτύνουν μέσα οι ντόπιοι. Στο ενδιάμεσο στάσεις σε παμπ για τσιμπολόγημα και καμιά μπύρα και καμιά κουβέντα με κανένα ντόπιο (αν καταλάβαινες τι σου έλεγε). Μέσα σε ένα από αυτά τα ενδιάμεσα και αφού είχα βαρεθεί τα τουριστικά, μου έρχεται η ιδέα. “Δεν πάω να βρω το bookworm?”. Έτσι από περιέργεια και μόνο. Υπάρχει ή γράφει παπαριές ο τύπος?

Διεύθυνση, έχουμε. Ξαναμαναχαρτες λοιπόν. Το μόνο σίγουρο ότι δεν είναι στο τουριστικό κέντρο της πόλης. Δεν βαριέσαι… Λεωφορείο και φύγαμε. Κατεβαίνω σε μία στάση και παίρνω το υπόλοιπο με τα πόδια. Η εικόνα μου ψιλοαστεία. Ο μαλάκας τουρίστας που χάθηκε στις μη τουριστικές περιοχές. Περπατώντας να και το Bookworm, μέσα για ψώνια! Είχε καλά βιβλιαράκια στα μεταχειρισμένα. Διαλέγω μερικά, πάω στο ταμείο με ρωτάει ο τύπος ψιλοφρικαρισμένος:
-Πώς βρέθηκες εσύ, τουρίστας άνθρωπος εδώ?
-Είχα ένα καλό recommendation.
-Είσαι έλληνας? (με περίεργο χαμόγελο..)
-Ναι.

Γελάει παραπάνω. Ο Pantelis? μου λέει. Γελάω, με ρωτάει αν έβγαλε τελικά το βιβλίο και βγάζω και του το δείχνω μέσα από το σάκο μου. Εντυπωσιάστικε.. Πότε θα το μεταφράσει στα αγγλικά με ρωτάει. “Καλά, τραγούδα εσύ” σκέφτομαι μέσα μου.. Γελάμε, πληρώνω και φεύγω.

Στοιχειωμένη πόλη το Εδιμβούργο. Λέγεται πως είναι η πιο στοιχειωμένη στη Βρετανία. Και όταν ακούς για την ιστορία της δεν δυσκολεύεσαι να καταλάβεις το γιατί. Τι κυνήγια μαγισσών, βασανίστρια γενικά από πολιτισμό άστα να πάνε. Και μιλάμε για εποχές 1400+. Σε πιάνει το ελληναρίστικο όταν ακούς για τέτοιες καφρίλες και συλλογίζεσαι ότι οι δικοί μας χτίζανε παρθενώνες και εφαρμόζανε μίας μορφής δημοκρατία 2000 χρόνια πριν. Στο καπάκι βέβαια σε πιάνει κατάθλιψη και ντροπή όταν συλλογίζεσαι πώς είναι δυνατόν να ήσουν τόσο μπροστά και να έχεις καταφέρει να μείνεις τόσο πίσω…

Και φυσικά τη στοιχειωμένη τους ιστορία και τις καφρίλες τους οι σκωτσέζοι ξέρουν να τα εκμεταλλεύονται με τον καλύτερο τρόπο. Σιγά μη χάνανε την ευκαιρία να βγάλουν λεφτά, σκωτσέζοι είναι στην τελική! Αμέτρητες τουρ στις στοιχειωμένες κατακόμβες και διηγήσεις για φαντάσματα και τα συναφή. Παρών φυσικά και η αφεντιά μου, αρχίζουμε να χωνόμαστε σε κάτι κατακόμβες και να μας διηγείται ιστορίες από μεσαιωνικά καφριλίκια. Τελειώνει η φάση όπου μου αφήνει μια ξενέρωτη μπλιαχ αίσθηση. Και εκεί που τριγυρίζω στους δρόμους βλέπω ένα πλακάτ για άλλο στοιχειωμένο τουρ στο παλιό νεκροταφείο στις 11 το βράδυ! The Black Mausoleum. Διαβάζω λίγο παραπάνω για την περίπτωση και έλεγε κάτι για πολτεργκάιστ και ότι είναι κλειδωμένο το νεκροταφείο γιατί έχουν γίνει σκηνικά, μπαίνεις με δικιά σου ευθύνη κλπ. Ίσως έχει ενδιαφέρον λέω, αν δεν έχω μπλέξει με τίποτα καλύτερο μέχρι τις 11 πάω.

Και δεν έμπλεξα τελικά. Οπότε 11 το βράδυ ήμουν εκεί. Για την ατμόσφαιρα και μόνο λέει. Μας διηγηθήκανε πως ξεθάβανε παράνομα το βράδυ τα πτώματα τα οποία πουλούσανε στο πανεπιστήμιο (το οποίο φυσικά τα αγόραζε επίσης παράνομα) για να μελετήσουν ανατομία. Από εδώ πηγάζουν και διάφοροι θρύλοι και ιστορίες, αφού ήταν πολύ πιο εύκολο να βγάλεις μια φαντασματοβρώμα από το να παραδεχτείς ότι τα προφέσορια ξεθάψανε τον μπάρμπα που είχε θαφτεί προχθές. Παρόλα αυτά ο κόσμος ήταν λίγο ψαρωμένος και ήταν και κάτι γκόμενες που με κοιτούσανε περίεργα γιατί τριγύριζα και τραβούσα φωτογραφίες. Δεν καταλαβαίνω, λες και τους είπε κανείς ότι θυμώνουν τα φαντάσματα όταν τα βγάζεις φωτογραφία! Φυσικά και δεν είδα κανένα και δεν αντιλήφθηκα κανέναν να είδε. Κάνανε και μια απόπειρα να μας τρομάξουνε στο τέλος, μερικοί χεστήκανε επάνω τους, εγώ τινάχτηκα αρχικά και σαπίστικα στο γέλιο και τελικά γελάσαμε όλοι μαζί και καληνυχτιστήκαμε.

Μετά από τέτοια “τρομάρα” χρειαζόμουν μερικά ουίσκυ. Τι σκατά έμαθα στο μουσείο, πήγα για διαγώνισμα. Σε μία επίσης στοιχειωμένη (και καλά) παμπ είπα να δοκιμάσω τα μάλτ στην πηγή. Τα πήρα στη σειρά. Ευτυχώς είναι πολύ μικρές οι μερίδες τους. Με παίρνει γραμμή και η μπαργούμαν τι κάνω, οπότε μου λέει να μην πάρω τα 3 επόμενα που ήτανε στη σειρά μετά από αυτό που έπινα και να δοκιμάσω το τέταρτο. Είχε δίκιο, πολύ καλό και κυκλοφορεί και στο Ελλαδιστάν, Dalwhinnie για όποιον ενδιαφέρεται. Ψιλοκουδούνι από τα ξίδια επέστρεψα τελικά στο ξενοδοχείο και την επομένη αναχώρησα ξανά για το Μάντσεστερ. Όχι τίποτα αλλά είχαμε και πάρτι το βράδυ.

Εκεί που νόμιζα πάντως ότι θα σέρνομαι στο πάρτι, ήμουν γεμάτος ενέργεια. Τα μάλτ είχαν δώσει τη θέση τους στο Jagermeister (πότιζα τον κόσμο σφηνάκια) και η διάθεσή μου ήταν σούπερ. Γιατί είχα κάνει κάτι που το ήθελα καιρό χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς να περιμένω κανέναν να με ακολουθήσει. Δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια το συναίσθημα να κινείσαι σε έναν άγνωστο χώρο, να κάνεις τουρισμό μόνος σου. Βλέπεις πράγματα που δεν τα βλέπεις αν είσαι με παρέα γιατί απλά δεν θα τα πρόσεχες, θα σου αποσπούσανε την προσοχή. Γνωρίζεις πτυχές του εαυτού σου που δεν γνώριζες και συμφιλιώνεσαι μαζί τους. Αισθάνεσαι ότι ζεις και αφομοιώνεσαι από την πόλη γιατί είσαι εσύ και η πόλη, κανένας άλλος.